μορφωμένος

επίθετο

Που έχει λάβει καλή παιδεία και διαθέτει γνώσεις, καλλιέργεια και τρόπους συμπεριφοράς που θεωρούνται κατάλληλοι σε μια κοινωνία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι πολύ μορφωμένος και μιλά με άνεση για την ιστορία και τη λογοτεχνία.
  • Η αδελφή μου είναι μορφωμένη και δουλεύει ως καθηγήτρια.
  • Πρόκειται για μια παρέα μορφωμένων ανθρώπων που συζητούν πάντα πολιτισμένα.
  • Παρότι είναι νέος, δείχνει μορφωμένος και έχει σωστό τρόπο σκέψης.
  • Θέλουμε τα παιδιά να γίνουν μορφωμένα και να αγαπούν τη γνώση.