ανίδεος
επίθετο1. Που δεν έχει γνώσεις ή ενημέρωση για κάτι, που αγνοεί βασικά στοιχεία ή πληροφορίες.
2. Που δεν έχει εμπειρία ή εξοικείωση σε ένα πεδίο ή δραστηριότητα και ενεργεί χωρίς προηγούμενη πρακτική γνώση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν ανίδεος για τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα.
- Ο νέος τεχνικός φάνηκε ανίδεος όταν παρουσιάστηκε το σύνθετο πρόβλημα.
- Έπεσε θύμα απάτης γιατί ήταν ανίδεος.
- Ο ταξιδιώτης, ανίδεος για τους κινδύνους του μονοπατιού, δεν πρόσεξε τις προειδοποιήσεις.
- Στην πρώτη του δίκη ο μάρτυρας έδειξε ότι ήταν ανίδεος σχετικά με τη νομική διαδικασία.