αναιδής
επίθετο1. Που συμπεριφέρεται χωρίς ντροπή ή αιδώ, δείχνοντας θράσος και αγνόηση προς τα κοινωνικά όρια.
2. Που εκφράζεται με προσβλητικό ή άκομψο τρόπο, παραβιάζοντας την ευπρέπεια και το σεβασμό προς τους άλλους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αναιδής νεαρός διέκοψε τον ομιλητή χωρίς σεβασμό.
- Η συμπεριφορά του ήταν αναιδής και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Η αναιδής παρατήρηση στην παρέα δημιούργησε αμηχανία.
- Η αναιδής στάση του απέναντι στους γονείς ήταν απαράδεκτη.