ανοργάνωτος

επίθετο

1. Που στερείται οργάνωσης, σχεδίου, τάξης ή μεθοδικότητας.

2. (για πρόσωπο) Που δεν λειτουργεί ή δεν εργάζεται με πρόγραμμα και σύστημα.

3. Που δεν ανήκει σε κάποιο σωματείο, συνδικάτο ή πολιτική οργάνωση.

Συνώνυμα

απρογραμμάτιστος ασυντόνιστος αμεθόδευτος ασυστηματοποίητος άναρχος ασύντακτος ακατάστατος πρόχειρος ανοικοκύρευτος απροσχεδίαστος ανένταχτος ασυνδικάλιστος χαώδης άτακτος ακανόνιστος αμάζευτος

Αντώνυμα

οργανωμένος προγραμματισμένος μεθοδικός συστηματικός συγκροτημένος συντονισμένος νοικοκυρεμένος τακτικός ενταγμένος συνδικαλισμένος εύτακτος

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι τόσο ανοργάνωτος στη δουλειά του, που χάνει διαρκώς σημαντικές προθεσμίες.
  • Το ταξίδι μας ήταν εντελώς ανοργάνωτο και καταλήξαμε να ψάχνουμε ξενοδοχείο μέσα στα μεσάνυχτα.
  • Μια ανοργάνωτη δημόσια υπηρεσία δυσκολεύεται να εξυπηρετήσει αποτελεσματικά τους πολίτες.
  • Αρκετοί ανοργάνωτοι εργαζόμενοι διστάζουν να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους χωρίς τη στήριξη κάποιου σωματείου.