οργανωμένος

επίθετο

1. Που παρουσιάζει τάξη και συστηματική διάταξη, με δομή και σαφή κατανομή στοιχείων ή χώρων.

2. Που δρα ή λειτουργεί με σχέδιο, προγραμματισμό και μέθοδο, εξασφαλίζοντας αποτελεσματικότητα και συνέπεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι πολύ οργανωμένος στη δουλειά του και ποτέ δεν χάνει προθεσμίες.
  • Η εκδήλωση ήταν καλά οργανωμένη, με ξεκάθαρο πρόγραμμα και εθελοντές.
  • Παρουσίασε ένα οργανωμένο σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Οι οργανωμένοι εθελοντές ανέλαβαν τη διανομή τροφίμων στις πληγείσες περιοχές.
  • Οι οργανωμένες προσπάθειες της ομάδας οδήγησαν σε άμεσο αποτέλεσμα.