επιμελημένος

επίθετο

1. Που έχει γίνει με ιδιαίτερη φροντίδα, κόπο και προσοχή στη λεπτομέρεια.

2. Που χαρακτηρίζεται από καθαριότητα, τάξη και καλαισθησία (για εμφάνιση, ντύσιμο ή χώρο).

3. Που έχει υποβληθεί σε έλεγχο και φιλολογική ή εκδοτική επεξεργασία.

Συνώνυμα

προσεγμένος φροντισμένος περιποιημένος καλοδουλεμένος καλοφτιαγμένος καλοβαλμένος μελετημένος σχολαστικός καλαίσθητος κομψός σουλουπωμένος συμμαζεμένος τακτοποιημένος άρτιος ραφιναρισμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Παρέδωσε μια εξαιρετικά επιμελημένη εργασία που εντυπωσίασε όλους τους καθηγητές.
  • Εμφανίστηκε στη συνέντευξη με επιμελημένο ντύσιμο και άψογη συμπεριφορά.
  • Κυκλοφόρησε πρόσφατα μια νέα, ιδιαίτερα επιμελημένη έκδοση των απάντων του ποιητή.
  • Ο κήπος του σπιτιού ήταν πάντοτε καθαρός και επιμελημένος με μεράκι.