λερωμένος

επίθετο

1. Που έχει καλυφθεί από ρύπους, σκόνη, κηλίδες ή άλλες ξένες ουσίες και χρειάζεται καθάρισμα.

2. (Μεταφορικά) Που έχει χάσει την ηθική του καθαρότητα, που φέρει στίγμα εξαιτίας ανέντιμων ή παράνομων πράξεων.

Συνώνυμα

βρώμικος ακάθαρτος ρυπαρός καταλερωμένος πασαλειμμένος μουτζουρωμένος κηλιδωμένος λεχιασμένος λασπωμένος άπλυτος μαγαρισμένος σπιλωμένος μολυσμένος σκονισμένος μαυρισμένος μιαρός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έβαλε όλα τα λερωμένα ρούχα στο πλυντήριο.
  • Γύρισε από το συνεργείο με τα χέρια του λερωμένα από γράσο.
  • Το τραπεζομάντιλο ήταν λερωμένο από κόκκινο κρασί και δεν καθάριζε εύκολα.
  • Αρνήθηκε να συμμετάσχει στη συναλλαγή για να μη βγει με λερωμένο όνομα.