άσπιλος

επίθετο

1. Αυτός που δεν φέρει καμία κηλίδα, λεκέ ή στίγμα· απόλυτα καθαρός, αμόλυντος.

2. Αυτός που δεν έχει κανένα ηθικό ψεγάδι ή ελάττωμα, που διατηρεί ακέραιη την τιμή και την υπόληψή του· αδιάφθορος, άμωμος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

κηλιδωμένος σπιλωμένος μολυσμένος μολευμένος λεκιασμένος βεβηλωμένος διεφθαρμένος ακάθαρτος βρώμικος λερωμένος επιλήψιμος μιαρός ένοχος φαύλος

Παραδείγματα χρήσης

  • Παρέμεινε ένας άσπιλος λειτουργός της δικαιοσύνης καθ' όλη τη διάρκεια της πολυετούς σταδιοδρομίας του.
  • Το λευκό ένδυμα διατηρήθηκε άσπιλο παρά τις δύσκολες συνθήκες της διαδρομής.
  • Η άσπιλη υπόληψή της στην τοπική κοινωνία δεν αμαυρώθηκε ποτέ από τις κακόβουλες φήμες.
  • Στην εκκλησιαστική υμνολογία η Θεοτόκος εξυμνείται ως άσπιλη και αμόλυντη.