αφρόντιστος

επίθετο

1. Που δεν έχει δεχτεί την απαραίτητη περιποίηση, επιμέλεια ή καθαριότητα· παραμελημένος, ατημέλητος.

2. Που δεν έχει εκπονηθεί, επεξεργαστεί ή διατυπωθεί με προσοχή· πρόχειρος.

3. Που δεν δείχνει έγνοια ή μέριμνα για κάτι· ανέμελος, αμέριμνος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

φροντισμένος περιποιημένος επιμελημένος προσεγμένος νοικοκυρεμένος συγυρισμένος τακτικός καλοβαλμένος ευπρεπής σχολαστικός μεριμνητικός

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κήπος του παλιού αρχοντικού ήταν εντελώς αφρόντιστος και γεμάτος αγριόχορτα.
  • Εμφανίστηκε στη συνέντευξη για δουλειά με αφρόντιστο ντύσιμο και ανακατεμένα μαλλιά.
  • Το κείμενο απορρίφθηκε από τον εκδότη επειδή ήταν γραμμένο με τρόπο βιαστικό και αφρόντιστο.
  • Πέρασε τα νεανικά του χρόνια αφρόντιστος, αδιαφορώντας εντελώς για το επαγγελματικό του μέλλον.