φρόνιμος
επίθετο1. Που ενεργεί με σκέψη, προσοχή και μέτρο, αξιολογώντας τις συνέπειες των πράξεών του και αποφεύγοντας τον άσκοπο ρίσκο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παιδί ήταν πάντα φρόνιμο και ευγενικό.
- Η γιαγιά του είπε να είναι φρόνιμη και να μη βγαίνει μόνη της τη νύχτα.
- Ήταν φρόνιμο να ακυρώσουμε το ταξίδι λόγω των προειδοποιήσεων.
- Οι μαθητές έδειξαν ότι είναι φρόνιμοι κατά τη διάρκεια της εκδρομής.
- Τα μέτρα που πήραν ήταν φρόνιμα και απέτρεψαν προβλήματα.