ποικίλος

επίθετο

1. Που αποτελείται από πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους στοιχεία, είδη ή μορφές· πολυειδής, ανομοιογενής.

2. Που παρουσιάζει διακυμάνσεις, μεταβολές ή διαφοροποιήσεις· ευμετάβλητος.

Συνώνυμα

διαφορετικός διάφορος ποικιλόμορφος πολυειδής πολύμορφος πολυποίκιλος ετερογενής ετερόκλητος πολύπλευρος πολυδιάστατος πολυμερής πολύχρωμος ποικιλόχρους ανάμικτος παρδαλός μεικτός ευμετάβλητος πολυφωνικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το φεστιβάλ περιλαμβάνει ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις για μικρούς και μεγάλους.
  • Οι συμμετέχοντες εξέφρασαν ποικίλες απόψεις σχετικά με το νέο νομοσχέδιο.
  • Στο κατάστημα θα βρείτε προϊόντα ποικίλης προέλευσης και τιμής.
  • Η χλωρίδα της περιοχής είναι εξαιρετικά ποικίλη λόγω του ιδιαίτερου μικροκλίματος.