πολύπλευρος
επίθετο1. Που έχει πολλές πλευρές.
2. Που εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους, παρουσιάζει πολλές όψεις ή διαστάσεις.
3. Που διαθέτει ποικίλα ενδιαφέροντα, δεξιότητες ή ταλέντα.
Συνώνυμα
πολυδιάστατος πολυσχιδής πολυεπίπεδος σφαιρικός ολόπλευρος πολύμορφος ποικιλόμορφος πολυμερής πολυειδής ποικίλος πολυτάλαντος πολύτροπος πολύτεχνος ευρύς περιεκτικός παντοειδής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρόκειται για μια πολύπλευρη προσωπικότητα που διακρίθηκε τόσο στις τέχνες όσο και στις επιστήμες.
- Η κλιματική κρίση αποτελεί ένα πολύπλευρο ζήτημα που απαιτεί άμεση και συντονισμένη δράση.
- Το σχολείο οφείλει να προσφέρει πολύπλευρη μόρφωση και καλλιέργεια στους μαθητές.
- Απαιτείται πολύπλευρη προσέγγιση για την κατανόηση αυτού του σύνθετου ιστορικού φαινομένου.