περιοδικός
επίθετο1. Που επαναλαμβάνεται ή συμβαίνει σε τακτά, καθορισμένα χρονικά διαστήματα.
2. Που εκδίδεται ή κυκλοφορεί κατά τακτές περιόδους.
3. (επιστήμες) Που παρουσιάζει κανονική και προβλέψιμη κυκλική επανάληψη τιμών ή φυσικών καταστάσεων.
Συνώνυμα
κυκλικός επαναλαμβανόμενος ρυθμικός τακτικός διαλείπων εναλλασσόμενος εποχικός εποχιακός παλινδρομικός αρμονικός κανονικός παροδικός πρόσκαιρος περιστασιακός μηνιαίος ετήσιος
Αντώνυμα
ακανόνιστος συνεχής άτακτος αδιάλειπτος διαρκής μόνιμος σταθερός ακυκλικός τυχαίος απρόβλεπτος εφάπαξ
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γιατρός του συνέστησε να υποβάλλεται σε περιοδικό ιατρικό έλεγχο κάθε έξι μήνες.
- Η κίνηση του εκκρεμούς αποτελεί κλασικό παράδειγμα περιοδικής ταλάντωσης στη φυσική.
- Στο μάθημα της χημείας μάθαμε να εντοπίζουμε τα στοιχεία στον περιοδικό πίνακα.
- Η επιχείρηση παρουσιάζει περιοδικές διακυμάνσεις στα έσοδά της ανάλογα με την εποχή του χρόνου.