εναλλασσόμενος

επίθετο

1. Αυτός που διαδέχεται κάποιον άλλον ή παίρνει περιοδικά τη θέση άλλου με καθορισμένη σειρά.

2. Αυτός που αλλάζει περιοδικά φορά, κατεύθυνση ή ένταση (ιδίως για φυσικά μεγέθη, όπως το ηλεκτρικό ρεύμα).

Συνώνυμα

διαδοχικός αλληλοδιάδοχος περιοδικός μεταβαλλόμενος κυμαινόμενος μεταβλητός παλινδρομικός ευμετάβλητος διαλείπων αμφίδρομος τροποποιούμενος διαφοροποιούμενος ασταθής ποικίλος

Αντώνυμα

συνεχής σταθερός αμετάβλητος αδιάλειπτος μόνιμος συνεχιζόμενος απαράλλακτος ομοιόμορφος αδιατάρακτος

Παραδείγματα χρήσης

  • Το οικιακό δίκτυο ηλεκτροδότησης τροφοδοτείται με εναλλασσόμενο ρεύμα.
  • Οι νοσηλευτές εργάζονται σε εναλλασσόμενες βάρδιες για να καλύπτονται οι ανάγκες του νοσοκομείου.
  • Ο καιρός σήμερα θα παρουσιάσει εναλλασσόμενα διαστήματα συννεφιάς και ηλιοφάνειας.
  • Το έργο χαρακτηρίζεται από εναλλασσόμενες σκηνές έντασης και βαθιάς γαλήνης.