επαναλαμβανόμενος
επίθετο1. Που συμβαίνει, εκτελείται ή εμφανίζεται ξανά και ξανά, πολλές φορές ή κατά τακτά διαστήματα.
2. Που λέγεται, παρουσιάζεται ή διατυπώνεται εκ νέου, συχνά καταλήγοντας να θεωρείται μονότονος ή κοινότοπος.
Συνώνυμα
επανειλημμένος περιοδικός κυκλικός συχνός ρυθμικός υποτροπιάζων ανακυκλούμενος συνεχής τακτικός μονότονος στερεότυπος τετριμμένος επίμονος παλινδρομικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γιατρός τού εξήγησε ότι πρόκειται για έναν επαναλαμβανόμενο πόνο που οφείλεται στην κακή στάση του σώματος.
- Η σύμβαση προέβλεπε επαναλαμβανόμενες πληρωμές στην αρχή κάθε μήνα.
- Τα επαναλαμβανόμενα λάθη στην τελική αναφορά προκάλεσαν την έντονη δυσαρέσκεια της διεύθυνσης.
- Η επαναλαμβανόμενη μουσική υπόκρουση στο κατάστημα είχε αρχίσει να γίνεται αφόρητα κουραστική.