άθελα

επίρρημα

Χωρίς τη θέληση, την πρόθεση ή τη συνειδητή επιλογή κάποιου· από απροσεξία, σύμπτωση ή μηχανική αντίδραση.

Συνώνυμα

αθέλητα ακούσια ακουσίως ασυναίσθητα ασυνείδητα απροαίρετα απροαιρέτως ανεπίγνωστα μηχανικά ενστικτωδώς αυτόματα τυχαία συμπτωματικά απρόσεκτα αυθόρμητα

Αντώνυμα

ηθελημένα θελημένα εκούσια εκουσίως επίτηδες εσκεμμένα σκόπιμα σκοπίμως εξεπίτηδες συνειδητά προμελετημένα αυτοβούλως αυτοπροαίρετα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τον έσπρωξε άθελα μέσα στον συνωστισμό του λεωφορείου.
  • Μου ξέφυγε το μυστικό εντελώς άθελά μου πάνω στην κουβέντα.
  • Βρέθηκε άθελα μπλεγμένος σε μια υπόθεση που δεν τον αφορούσε.
  • Έγινε άθελα μάρτυρας ενός δυσάρεστου οικογενειακού καβγά.