ηθελημένα

επίρρημα

1. Με τρόπο που γίνεται επί σκοπού και όχι τυχαία, όταν κάποιος ενεργεί με πρόθεση να προκαλέσει, να αποφύγει ή να επιτύχει κάτι.

2. Με γνώση των πιθανών συνεπειών της ενέργειας και με επιδίωξη συγκεκριμένου αποτελέσματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ακύρωσε το ραντεβού ηθελημένα χωρίς να δώσει εξήγηση.
  • Δεν τον πλήγωσε ηθελημένα· ήταν ένα ατύχημα.
  • Οι διαρρήκτες κατέστρεψαν τα αρχεία ηθελημένα για να καλύψουν τα ίχνη τους.
  • Η διοίκηση μείωσε τις παροχές ηθελημένα, παρά τις προειδοποιήσεις.
  • Επέλεξε να αγνοήσει το μήνυμα ηθελημένα και μετά ισχυρίστηκε ότι δεν το είδε.