άθελα
επίρρημαΧωρίς τη θέληση, την πρόθεση ή τη συνειδητή επιλογή κάποιου· από απροσεξία, σύμπτωση ή μηχανική αντίδραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον έσπρωξε άθελα μέσα στον συνωστισμό του λεωφορείου.
- Μου ξέφυγε το μυστικό εντελώς άθελά μου πάνω στην κουβέντα.
- Βρέθηκε άθελα μπλεγμένος σε μια υπόθεση που δεν τον αφορούσε.
- Έγινε άθελα μάρτυρας ενός δυσάρεστου οικογενειακού καβγά.