άπνοια
ουσιαστικό1. Πλήρης έλλειψη ανέμου στην ατμόσφαιρα ή στη θάλασσα.
2. Προσωρινή διακοπή ή εκούσιο κράτημα της αναπνοής, καθώς και παθολογική παύση της αναπνευστικής λειτουργίας.
3. Μεταφορικά, κατάσταση απόλυτης ηρεμίας, αδράνειας ή στασιμότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόλυτη άπνοια καθήλωσε τα ιστιοφόρα καταμεσής του πελάγους.
- Ο γιατρός συνέστησε ειδική εξέταση, καθώς υποπτεύεται ότι ο ασθενής πάσχει από υπνική άπνοια.
- Ο δύτης κατάφερε να παραμείνει σε άπνοια για περισσότερα από τέσσερα λεπτά κάτω από το νερό.
- Στην αγορά επικρατεί μια παρατεταμένη οικονομική άπνοια εν αναμονή των νέων μέτρων.