αέρινος
επίθετο1. Που αποτελείται από αέρα ή μοιάζει με αυτόν· εξαιρετικά λεπτός, ελαφρύς ή διάφανος (συνήθως για ύφασμα ή κατασκευή).
2. Που χαρακτηρίζεται από απαράμιλλη χάρη, κομψότητα και ελαφρότητα στην κίνηση.
Συνώνυμα
αιθέριος ανάλαφρος ελαφρύς άυλος αβαρής αραχνοΰφαντος πουπουλένιος λεπτεπίλεπτος διάφανος ασώματος ονειρικός φευγαλέος ανεπαίσθητος ουράνιος απόκοσμος μεταξένιος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Φορούσε ένα αέρινο φόρεμα που κυμάτιζε σε κάθε της βήμα.
- Η χορεύτρια κινούνταν στη σκηνή με αέρινες κινήσεις, σαν να μην άγγιζε το πάτωμα.
- Μέσα στην πρωινή ομίχλη, η μορφή του κάστρου έμοιαζε αέρινη και απόκοσμη.
- Οι αναμνήσεις εκείνου του καλοκαιριού είχαν πια μια αέρινη, ονειρική διάσταση.