αγέλαστος
επίθετο1. Που δεν γελάει ποτέ ή σπάνια, διατηρώντας σταθερά σοβαρή, αυστηρή ή σκυθρωπή έκφραση στο πρόσωπο.
2. Που χαρακτηρίζεται από ψυχρότητα, έλλειψη χαράς ή αυστηρότητα.
Συνώνυμα
αχαμόγελος σκυθρωπός κατηφής κατσούφης κατσουφιασμένος βλοσυρός μουτρωμένος σοβαρός δύσθυμος βαρύθυμος στρυφνός αυστηρός μελαγχολικός απρόσιτος βαρύς ανέκφραστος ζοφερός ανέραστος
Αντώνυμα
γελαστός χαμογελαστός πρόσχαρος χαρούμενος χαρωπός ευδιάθετος κεφάτος ιλαρός ευπροσήγορος μειλίχιος ανοιχτόκαρδος φαιδρός
Παραδείγματα χρήσης
- Όλοι στο τραπέζι γελούσαν με τα αστεία, αλλά εκείνος παρέμενε αγέλαστος και σιωπηλός.
- Ο παλιός δάσκαλος ήταν αυστηρός και αγέλαστος, σκορπώντας τον φόβο στους μαθητές του.
- Η αγέλαστη μορφή του φρουρού δεν πρόδιδε την παραμικρή διάθεση για συζήτηση.
- Πίσω από το αγέλαστο και απόμακρο προσωπείο του, έκρυβε τελικά έναν πολύ ευαίσθητο άνθρωπο.