αγανακτώ

ρήμα

1. Νιώθω έντονη δυσφορία, θυμό και οργή εξαιτίας αδικίας, προσβολής ή απαράδεκτης συμπεριφοράς.

2. Εξαντλώ την υπομονή μου και κουράζομαι ψυχικά από μια δυσάρεστη κατάσταση που παρατείνεται.

Συνώνυμα

εξοργίζομαι οργίζομαι εξανίσταμαι θυμώνω απηυδώ φουρκίζομαι εκνευρίζομαι μανιάζω μπουχτίζω χολοσκάω χολιάζω επαναστατώ διαμαρτύρομαι σκυλιάζω σκάω πικραίνομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κόσμος αγανάκτησε με την αδικία και κατέβηκε στους δρόμους να διαμαρτυρηθεί.
  • Έχω αγανακτήσει πια να περιμένω με τις ώρες στην ουρά κάθε δημόσιας υπηρεσίας.
  • Όταν βλέπει τέτοια ανευθυνότητα από τους συνεργάτες του, δικαιολογημένα αγανακτεί.
  • Μην αγανακτείς τόσο εύκολα, χρειάζεται ψυχραιμία για να βρεθεί λύση.