γαληνεύω
ρήμα1. Επαναφέρω ήρεμη και ήσυχη κατάσταση σε κάτι ή σε κάποιον.
2. Ηρεμώ ταραχή, ένταση ή ανησυχία, ώστε να μειωθεί η αναστάτωση.
3. Γίνομαι ή παραμένω ήρεμος και γαλήνιος, ιδιαίτερα μετά από ένταση ή αναταραχή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν ακούω μουσική, γαληνεύω αμέσως.
- Η φωνή της μητέρας του τον έκανε να γαληνεύω μετά από τον καβγά.
- Μετά τον περίπατο στη φύση, η ψυχή μου γαληνεύει.
- Το πρόσωπό της γαλήνεψε μόλις έμαθε τα καλά νέα.
- Ελπίζω να γαληνέψουν τα πνεύματα πριν από τη συνάντηση.