ξεκουράζομαι
ρήμα1. Σταματώ προσωρινά κάποια δραστηριότητα ή εργασία για να ανακτήσω δυνάμεις και ζωτικότητα.
2. Μειώνω τη σωματική ή πνευματική κόπωση με ηρεμία, χαλάρωση ή ύπνο.
3. Ξαπλώνω ή αναπαύομαι για σύντομο ή μεγαλύτερο διάστημα ώστε να ανακάμψω.
Συνώνυμα
αναπαύομαι ξαποσταίνω ξαπλώνομαι χαλαρώνω κοιμάμαι αναρρώνω επαναπαύομαι ξεσκάω λιάζομαι αράζω αποφορτίζομαι γαληνεύω ηρεμώ ξεσαλώνω ξενοιάζω κάθομαι ξαπλώνω ανακουφίζομαι καθησυχάζομαι κείτομαι τεμπελιάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τη δουλειά, ξεκουράζομαι μισή ώρα στον καναπέ.
- Τις διακοπές ξεκουραζόμαστε στην παραλία και δεν κάνουμε τίποτα επίσημο.
- Μετά την πολύωρη πεζοπορία, ξεκουράστηκε πριν συνεχίσει.
- Μετά την εγχείρηση, ο ασθενής πρέπει να ξεκουραστεί για μερικές μέρες.
- Τώρα που έφυγε, όλοι ελπίζουν ότι θα ξεκουραστεί.