στρεσάρομαι
ρήμα1. Καταλαμβάνομαι από έντονο άγχος, ψυχολογική πίεση ή υπερένταση εξαιτίας δύσκολων συνθηκών ή απαιτήσεων.
2. Υφίσταμαι έντονη σωματική ή διανοητική καταπόνηση και επιβάρυνση.
Συνώνυμα
αγχώνομαι πιέζομαι ζορίζομαι ψυχοπλακώνομαι ταράζομαι συγχύζομαι πανικοβάλλομαι πελαγώνω καταπονούμαι ανησυχώ εκνευρίζομαι φρικάρω πνίγομαι χαλιέμαι σφίγγομαι σκαλώνω βασανίζομαι
Αντώνυμα
ξεαγχώνομαι χαλαρώνω ηρεμώ γαληνεύω αποφορτίζομαι καλμάρω ξενοιάζω ανακουφίζομαι αποσυμπιέζομαι αράζω ξεκουράζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Στρεσάρομαι πάρα πολύ κάθε φορά που πλησιάζει η εξεταστική περίοδος στο πανεπιστήμιο.
- Προσπάθησε να μην στρεσάρεσαι για πράγματα που δεν περνούν από το χέρι σου.
- Όταν στρεσαρίστηκε στη δουλειά από τις ασφυκτικές προθεσμίες, αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
- Αντιμετωπίζει ψύχραιμα τις καθημερινές δυσκολίες και σπάνια στρεσάρεται.