αγριεύω
ρήμα1. Γίνομαι άγριος, θυμωμένος, επιθετικός ή χάνω την ηρεμία μου.
2. (Για καιρικά φαινόμενα ή τη θάλασσα) Χαλάω, φουρτουνιάζω, γίνομαι ταραγμένος και επικίνδυνος.
3. (Για έκφραση, όψη ή φωνή) Αποκτώ σκληρό, απειλητικό ή τρομακτικό ύφος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην τον πειράζεις άλλο γιατί θα αγριέψει και δεν μαζεύεται εύκολα.
- Η θάλασσα άρχισε να αγριεύει επικίνδυνα καθώς πλησίαζε η καταιγίδα.
- Όταν άκουσε τα κακά νέα, το βλέμμα του αγρίεψε αμέσως.
- Το βαθύ σκοτάδι και οι περίεργοι ήχοι μέσα στο δάσος με αγρίεψαν.