ακμάζω
ρήμα1. Βρίσκομαι στο υψηλότερο σημείο ανάπτυξης, ισχύος, δόξας, πλούτου ή παραγωγικότητας.
2. Βρίσκομαι σε πλήρη βιολογική, σωματική ή πνευματική άνθηση και ευρωστία.
Συνώνυμα
ευημερώ ανθίζω θάλλω ευδοκιμώ προοδεύω προκόβω αναπτύσσομαι διαπρέπω μεγαλουργώ γιγαντώνομαι λάμπω φουντώνω πλουτίζω δυναμώνω απογειώνομαι ανθοβολώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κλασική Αθήνα ήκμασε ιδιαίτερα κατά τον χρυσό αιώνα του Περικλή.
- Η τοπική οικονομία ακμάζει χάρη στη θεαματική αύξηση του τουρισμού.
- Πρόκειται για έναν σπουδαίο ποιητή που ήκμασε στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα.
- Οι τέχνες και τα γράμματα ακμάζουν όταν μια κοινωνία απολαμβάνει ειρήνη και σταθερότητα.