ανέβασμα
ουσιαστικό1. Κίνηση ή αποτέλεσμα της μετακίνησης προς τα πάνω, ανύψωση σε θέση ή επίπεδο.
2. Αύξηση επιπέδου, ποσότητας ή έντασης σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ανέβασμα στο βουνό ήταν απότομο αλλά όμορφο.
- Έκανα το ανέβασμα του αρχείου στην πλατφόρμα χθες.
- Το ανέβασμα της θερμοκρασίας το πρωί ανησύχησε τους κατοίκους.
- Το ανέβασμα του τραγουδιστή στη σκηνή έγινε με χειροκροτήματα.
- Χρειαζόμαστε βοήθεια για το ανέβασμα των επίπλων στον τρίτο όροφο.