σκαρφάλωμα
ουσιαστικό1. Η άνοδος σε απόκρημνο ή ψηλό σημείο (βράχο, δέντρο, τοίχο κ.λπ.) με χρήση των χεριών και των ποδιών.
2. (Μεταφορικά) Η ταχεία ή κοπιαστική ανέλιξη σε κοινωνική, επαγγελματική ή ιεραρχική θέση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σκαρφάλωμα στον απότομο βράχο απαιτεί κατάλληλο εξοπλισμό και μεγάλη προσοχή.
- Από μικρό παιδί είχε ιδιαίτερη αγάπη για το σκαρφάλωμα στα ψηλά δέντρα του κήπου.
- Το εντυπωσιακό του σκαρφάλωμα στην ιεραρχία της επιχείρησης προκάλεσε τον φθόνο πολλών συναδέλφων του.
- Το ραγδαίο σκαρφάλωμα της θερμοκρασίας έκανε την ατμόσφαιρα στην πόλη αποπνικτική.