ανέγγιχτος
επίθετο1. Που δεν τον έχει αγγίξει κανείς με τα χέρια του ή σωματικά.
2. Που παραμένει άθικτος, χωρίς να έχει υποστεί φθορά, ζημιά ή ανθρώπινη παρέμβαση.
3. Που δεν έχει καταναλωθεί, δαπανηθεί ή χρησιμοποιηθεί.
Συνώνυμα
άθικτος ανέπαφος απείραχτος παρθένος απάτητος αλώβητος ακέραιος ασύλητος αμόλυντος αμεταχείριστος ανεπηρέαστος ασυγκίνητος άσπιλος άφθαρτος αγνός απαραβίαστος αδιατάρακτος
Αντώνυμα
αγγιγμένος πειραγμένος μεταχειρισμένος φθαρμένος αλλοιωμένος μολυσμένος βεβηλωμένος συλημένος επηρεασμένος συγκινημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Το φυσικό τοπίο γύρω από το φαράγγι έχει παραμείνει ανέγγιχτο από τον τουρισμό.
- Δεν είχε όρεξη και άφησε το μεσημεριανό του φαγητό εντελώς ανέγγιχτο.
- Οι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως έναν τάφο που παρέμεινε ανέγγιχτος από τυμβωρύχους για αιώνες.
- Παρά τις έντονες πιέσεις και τις προσβολές, έδειχνε ανέγγιχτος και απόλυτα ψύχραιμος.