ανέκφραστος
επίθετο1. Που δεν εκδηλώνει συναισθήματα, σκέψεις ή διαθέσεις, ιδίως όσον αφορά τη φυσιογνωμία, τη φωνή ή το βλέμμα.
2. Που δεν έχει εκδηλωθεί, διατυπωθεί ή εξωτερικευθεί με λόγια ή πράξεις.
3. Που δεν μπορεί να περιγραφεί ή να αποδοθεί επαρκώς με τον λόγο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εκφραστικός εκδηλωμένος διατυπωμένος εξωτερικευμένος εύγλωττος παραστατικός ζωντανός περιγράψιμος ρητός θερμός
Παραδείγματα χρήσης
- Παρακολουθούσε την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων με ανέκφραστο πρόσωπο, χωρίς να προδίδει την παραμικρή αγωνία.
- Το βλέμμα της παρέμενε εντελώς ανέκφραστο, κάνοντάς τον να νιώθει έντονη αμηχανία.
- Ένα βαθύ και ανέκφραστο παράπονο τον βασάνιζε για ολόκληρα χρόνια.
- Ένιωσε μια ανέκφραστη θλίψη να τον κυριεύει μόλις αντίκρισε το εγκαταλελειμμένο πατρικό του σπίτι.