εκφραστικός
επίθετο1. Αυτός που αποδίδει, φανερώνει ή εξωτερικεύει με ζωντάνια, ένταση και σαφήνεια σκέψεις, ψυχικές καταστάσεις ή συναισθήματα.
2. Αυτός που διακρίνεται για την παραστατικότητα, τη γλαφυρότητα και τον πλούτο των μέσων στην τέχνη ή στον λόγο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είχε τόσο εκφραστικά μάτια που καταλάβαινες τι σκεφτόταν χωρίς να πει λέξη.
- Ο συγγραφέας διακρίνεται για τον εκφραστικό και πλούσιο λόγο του.
- Η ηθοποιός χρησιμοποίησε μια τεράστια γκάμα από εκφραστικά μέσα στην ερμηνεία της.
- Παρά τη νεαρή της ηλικία, διαθέτει μια εξαιρετικά εκφραστική φωνή που συγκινεί το κοινό.