έκδηλος

επίθετο

Που είναι ολοφάνερος, απόλυτα σαφής και ευδιάκριτος, που γίνεται άμεσα αντιληπτός χωρίς να αφήνει περιθώρια αμφιβολίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανακούφιση ήταν έκδηλη στο πρόσωπό της μόλις άκουσε τα ευχάριστα νέα.
  • Ο εκνευρισμός του έγινε έκδηλος από τις πρώτες κιόλας ερωτήσεις των δημοσιογράφων.
  • Υπήρχε μια έκδηλη αμηχανία στην αίθουσα μετά την απροσδόκητη ανακοίνωση.
  • Η πρόθεσή της να αναλάβει την ηγεσία ήταν πλέον έκδηλη σε όλους.