φανερός
επίθετο1. Που είναι ορατός ή αντιληπτός με τις αισθήσεις ή με την παρατήρηση.
2. Που γίνεται εύκολα κατανοητός ή αντιληπτός στη σημασία ή στα χαρακτηριστικά του.
3. Που εκδηλώνεται ανοιχτά ή δημόσια, χωρίς προσπάθεια απόκρυψης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φεγγάρι είναι φανερό στον ουρανό απόψε.
- Η αλήθεια έγινε φανερή μετά τις αποδείξεις.
- Η διαφωνία ήταν φανερή μπροστά σε όλους.
- Ο αντίπαλος έγινε φανερός όταν εμφανίστηκαν τα στρατεύματά του.
- Υπήρχαν φανερά σημάδια κούρασης στο πρόσωπό του.