ευδιάκριτος
επίθετοΠου μπορεί να διακριθεί εύκολα ή να αναγνωριστεί επειδή παρουσιάζει εμφανή χαρακτηριστικά, διαφορές ή όρια.
Συνώνυμα
διακριτός ευκρινής εμφανής φανερός καταφανής ξεκάθαρος ορατός προφανής παρατηρήσιμος αντιληπτός αισθητός καραμπινάτος φανερότατος διακριτικός χαρακτηριστικός διαυγής κατανοητός σαφής απτός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από το παράθυρο ήταν ευδιάκριτος ο ορίζοντας.
- Κατά την ομιλία, η ευδιάκριτη φωνή της ακούστηκε σε όλη την αίθουσα.
- Υπήρχε μια ευδιάκριτη διαφορά ανάμεσα στα δύο δείγματα.
- Μετά τη φυσιοθεραπεία παρατηρήθηκε ευδιάκριτη βελτίωση στην κινητικότητα.
- Στο πρόσωπο του παλιού μαέστρου ήταν ευδιάκριτο ένα μικρό σημάδι στο μάγουλο.