δυσδιάκριτος
επίθετο1. Που διακρίνεται δύσκολα με την όραση ή με άλλες αισθήσεις, εξαιτίας απόστασης, φωτισμού ή αχνότητας.
2. Που γίνεται δύσκολα αντιληπτός ή κατανοητός από τον νου, ασαφής ή ανεπαίσθητος.
Συνώνυμα
αδιόρατος ανεπαίσθητος αχνός αμυδρός θαμπός ασαφής ανεμφανής ακαθόριστος συγκεχυμένος αξεκαθάριστος δυσνόητος σκοτεινός νεφελώδης αφανής υπόκωφος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μέσα στην πυκνή ομίχλη, τα φώτα του απέναντι πλοίου ήταν σχεδόν δυσδιάκριτα.
- Υπάρχει μια πολύ λεπτή και δυσδιάκριτη διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές απόψεις.
- Το χειρόγραφο ήταν τόσο παλιό και φθαρμένο, ώστε τα γράμματα είχαν καταντήσει εντελώς δυσδιάκριτα.
- Ένα δυσδιάκριτο μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη του καθώς άκουγε τη συζήτηση.