ανανεώνομαι
ρήμα1. Αποκτώ εκ νέου νεανικότητα, ψυχική ή σωματική ευεξία, σφρίγος και ζωντάνια.
2. Αποκτώ πιο σύγχρονη μορφή, αλλάζω προς το καλύτερο ή εκσυγχρονίζομαι.
3. Παρατείνεται η ισχύς ή η διάρκεια μιας συμφωνίας, σύμβασης, συνδρομής ή σχέσης.
Συνώνυμα
αναγεννιέμαι αναζωογονούμαι ξανανιώνω φρεσκάρομαι εκσυγχρονίζομαι ανακαινίζομαι αναμορφώνομαι τονώνομαι αναπλάθομαι αναπλάσσομαι παρατείνομαι αναπτερώνομαι αναδομούμαι μεταρρυθμίζομαι εμπλουτίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τις καλοκαιρινές διακοπές ένιωσε ότι ανανεώθηκε πλήρως και γέμισε ενέργεια.
- Η συνδρομή στο περιοδικό ανανεώνεται αυτόματα κάθε χρόνο.
- Το πολιτικό κόμμα χρειάζεται να ανανεωθεί με νέα πρόσωπα και φρέσκες ιδέες.
- Τα κύτταρα του δέρματος ανανεώνονται με φυσικό τρόπο ανά τακτά χρονικά διαστήματα.