αναρρίχηση

ουσιαστικό

1. Ανάβαση σε απότομη, κατακόρυφη ή δυσπρόσιτη επιφάνεια (όπως βράχο, τεχνητό τοίχο ή δέντρο) με τη χρήση των χεριών, των ποδιών και ειδικού εξοπλισμού, καθώς και το αντίστοιχο άθλημα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

κατάβαση κατέβασμα κάθοδος πτώση κατρακύλισμα γκρέμισμα κατακρήμνιση καταβίβαση υποβιβασμός έκπτωση οπισθοδρόμηση

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε Σαββατοκύριακο προπονείται στην αθλητική αναρρίχηση σε τεχνητό τοίχο.
  • Η απότομη αναρρίχηση στον παγωμένο βράχο απαιτούσε απόλυτη συγκέντρωση και εξειδικευμένο εξοπλισμό.
  • Η γρήγορη αναρρίχησή του στην κομματική ιεραρχία εξέπληξε ακόμα και τους στενούς συνεργάτες του.
  • Η ταχεία αναρρίχηση του κισσού κάλυψε μέσα σε λίγους μήνες ολόκληρο τον πέτρινο φράχτη.