ανεφάρμοστος

επίθετο

1. Που δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη· ανέφικτος, απραγματοποίητος.

2. Που δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή ή δεν τηρείται, ιδίως για νόμο, διάταξη ή μέτρο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

εφαρμόσιμος πραγματοποιήσιμος εφικτός εφαρμοστέος υλοποιήσιμος εκτελεστός πρακτικός λειτουργικός ενεργός δυνατός ρεαλιστικός βιώσιμος

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σχέδιο που προτάθηκε κρίθηκε οικονομικά ανεφάρμοστο από την επιτροπή εμπειρογνωμόνων.
  • Παρά την ψήφισή του, ο νέος νόμος παραμένει ανεφάρμοστος λόγω έλλειψης των κατάλληλων ελεγκτικών μηχανισμών.
  • Οι ιδέες του ήταν υπερβολικά ρομαντικές και εντελώς ανεφάρμοστες στην καθημερινή πραγματικότητα.
  • Θεωρώ ότι τέτοιου είδους μέτρα είναι απολύτως ανεφάρμοστα υπό τις παρούσες κοινωνικές συνθήκες.