βιώσιμος

επίθετο

1. Ικανός να επιζήσει, να ζήσει ή να αναπτυχθεί φυσιολογικά.

2. Εφικτός και λειτουργικός σε βάθος χρόνου, ικανός να διατηρηθεί αυτόνομα χωρίς να καταρρεύσει.

Συνώνυμα

αειφόρος διατηρήσιμος εφικτός υλοποιήσιμος λειτουργικός ανθεκτικός πραγματοποιήσιμος σταθερός αποδοτικός οικολογικός πράσινος ευσταθής μακρόβιος ζωτικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η βιώσιμη ανάπτυξη αποτελεί κεντρικό πυλώνα της σύγχρονης περιβαλλοντικής πολιτικής.
  • Το επιχειρηματικό σχέδιο δεν κρίθηκε οικονομικά βιώσιμο από τους επενδυτές.
  • Χρειαζόμαστε άμεσα μια βιώσιμη λύση για το κυκλοφοριακό πρόβλημα στο κέντρο της πόλης.
  • Χάρη στην άμεση ιατρική παρέμβαση, το πρόωρο βρέφος είναι πλέον απολύτως βιώσιμο.