ανοιχτοχέρης

επίθετο

1. Αυτός που ξοδεύει ή δίνει χρήματα και αγαθά με μεγάλη ευκολία και προθυμία, χωρίς τσιγκουνιά· γενναιόδωρος.

2. Αυτός που σκορπάει τα χρήματά του χωρίς μέτρο ή σύνεση· σπάταλος.

Συνώνυμα

γενναιόδωρος απλόχερος χουβαρδάς γαλαντόμος φιλόδωρος αφειδής σκορποχέρης σπάταλος πλουσιοπάροχος άσωτος μεγαλόψυχος αλόγιστος μεγαλοπρεπής

Αντώνυμα

τσιγκούνης σφιχτοχέρης σπαγκοραμμένος καρμίρης φιλάργυρος σφιχτός φειδωλός μίζερος στενόκαρδος

Παραδείγματα χρήσης

  • Πάντα ήταν ανοιχτοχέρης με τα παιδιά του και ποτέ δεν τους στερούσε τίποτα.
  • Στο τραπέζι φάνηκε πολύ ανοιχτοχέρης, πληρώνοντας τον λογαριασμό για όλη την παρέα.
  • Αν συνεχίσεις να είσαι τόσο ανοιχτοχέρης, θα εξαντλήσεις όλες τις οικονομίες σου πριν βγει ο μήνας.
  • Οι ανοιχτοχέρηδες άνθρωποι είναι συνήθως αγαπητοί στον περίγυρό τους, αλλά κινδυνεύουν να πέσουν θύματα εκμετάλλευσης.