σπάταλος
επίθετο1. Αυτός που ξοδεύει χρήματα ή υλικά αγαθά αλόγιστα, χωρίς μέτρο ή σύνεση.
2. Αυτός που καταναλώνει υπερβολικά και άσκοπα μη υλικούς πόρους, όπως χρόνο, ενέργεια ή συναισθήματα.
Συνώνυμα
άσωτος σκορποχέρης κατασπάταλος αφειδής αφειδώλευτος αλόγιστος ανοιχτοχέρης απλόχερος απρονόητος πολυέξοδος δαπανηρός χουβαρντάς ασυλλόγιστος ασυγκράτητος αχαλίνωτος
Αντώνυμα
οικονόμος φειδωλός μετρημένος συνετός προνοητικός συγκρατημένος λιτός σφιχτοχέρης τσιγκούνης φιλάργυρος στενοχέρης εγκρατής μαζεμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν τόσο σπάταλος με την πατρική κληρονομιά, που μέσα σε λίγα χρόνια έμεινε χωρίς δεκάρα.
- Ο τρόπος ζωής της ήταν υπερβολικά σπάταλος, γεμάτος περιττές αγορές και πανάκριβα ταξίδια.
- Μην είσαι τόσο σπάταλη με το νερό, ειδικά τώρα το καλοκαίρι που υπάρχει λειψυδρία.
- Η σπάταλη διαχείριση των διαθέσιμων πόρων οδήγησε την επιχείρηση σε οικονομικό αδιέξοδο.