αντιβαίνω
ρήμα1. Παραβιάζω νόμο, κανόνα, συμφωνία ή καθιερωμένη αρχή, ενεργώ αντίθετα προς αυτά.
2. Έρχομαι σε αντίθεση, σύγκρουση ή ασυμφωνία με κάτι, αντιφάσκω.
Συνώνυμα
παραβαίνω παραβιάζω αντίκειμαι αντιστρατεύομαι καταπατώ προσκρούω αθετώ αντιτίθεμαι αντιφάσκω συγκρούομαι αντιμάχομαι παρασπονδώ παρεκκλίνω απειθαρχώ διαφωνώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συγκεκριμένη υπουργική απόφαση αντιβαίνει στις θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος.
- Οι πράξεις του αντέβαιναν ευθέως στα όσα υποστήριζε με πάθος δημοσίως.
- Κάθε ενέργεια που αντιβαίνει στον εσωτερικό κανονισμό της εταιρείας επισύρει πειθαρχικές κυρώσεις.
- Αυτού του είδους οι επιχειρηματικές πρακτικές αντιβαίνουν στους κανόνες της επαγγελματικής δεοντολογίας.