συνάδω

ρήμα

1. Βρίσκομαι σε συμφωνία, αρμονία ή λογική συνέπεια με κάτι άλλο (απόψεις, κανόνες, αρχές, δεδομένα).

2. (λόγιο ή αρχαιοπρεπές) Τραγουδώ ή ψάλλω μαζί με άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η στάση του κατηγορουμένου δεν συνάδει με τα όσα είχε δηλώσει στην αρχική του απολογία.
  • Τα ευρήματα της νέας επιστημονικής μελέτης συνάδουν απόλυτα με τις παρατηρήσεις των ερευνητών.
  • Τέτοιου είδους σχόλια δεν συνάδουν με το ήθος και το κύρος του οργανισμού μας.
  • Οι αποφάσεις της διοίκησης οφείλουν να συνάδουν με το ισχύον νομικό πλαίσιο.