διαφέρω
ρήμα1. Έχω διαφορές σε σχέση με κάτι ή κάποιον, σε χαρακτηριστικά, ιδιότητες ή κατάσταση.
2. Προκαλώ ή συνεισφέρω σε διαφορετικό αποτέλεσμα ή σε σημαντική μεταβολή στην έκβαση ή στην αξιολόγηση μιας κατάστασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
μοιάζω ομοιάζω ταιριάζω συμφωνώ ταυτίζομαι συμπίπτω συμβαδίζω θυμίζω αντιστοιχώ συγκλίνω ισούμαι σχετίζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαφέρει άποψή σου διαφέρει από τη δική μου.
- Τα δύο αυτοκίνητα διαφέρουν στην κατανάλωση καυσίμου.
- Στην τελική δεν διαφέρει ποιος θα τραγουδήσει.
- Στη δουλειά διαφέρω από τους άλλους επειδή έχω εμπειρία στον συγκεκριμένο τομέα.
- Οι απόψεις τους διέφεραν σημαντικά πριν από τη συνάντηση.