διακρίνομαι
ρήμα1. Γίνομαι ορατός ή αντιληπτός με τις αισθήσεις, ξεχωρίζω μέσα σε ένα σύνολο ή στο βάθος.
2. Ξεχωρίζω ανάμεσα σε άλλους για τις ικανότητες, τις επιδόσεις ή την αξία μου· αριστεύω, υπερέχω.
Συνώνυμα
ξεχωρίζω διαπρέπω υπερέχω φαίνομαι αριστεύω αναδεικνύομαι πρωτεύω υπερτερώ λάμπω διαφαίνομαι χαρακτηρίζομαι προεξάρχω δεσπόζω προβάλλω μεγαλουργώ
Αντώνυμα
υστερώ υπολείπομαι μειονεκτώ επισκιάζομαι χάνομαι συγχέομαι κρύβομαι αποτυγχάνω αφανίζομαι καλύπτομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Μέσα στην πυκνή ομίχλη διακρινόταν μόλις και μετά βίας το περίγραμμα του πλοίου.
- Από μικρή ηλικία διακρίθηκε στη μουσική και κέρδισε πολλές υποτροφίες.
- Ο νέος συνάδελφος διακρίνεται για την ευγένεια και την εργατικότητά του.
- Στο βάθος του πίνακα διακρίνονται οι χιονισμένες κορυφές των βουνών.