καλύπτομαι
ρήμα1. Σκεπάζομαι ολόκληρος ή εν μέρει με ύφασμα, ρούχο ή άλλο αντικείμενο για προστασία ή ζεστασιά.
2. Κρύβομαι ή παίρνω προφυλάξεις πίσω από εμπόδιο για να αποφύγω τον εντοπισμό ή κάποιον κίνδυνο.
Συνώνυμα
σκεπάζομαι προφυλάσσομαι προστατεύομαι κρύβομαι εξασφαλίζομαι κουκουλώνομαι καμουφλάρομαι οχυρώνομαι θωρακίζομαι αποκρύπτομαι φυλάγομαι τυλίγομαι στεγάζομαι ικανοποιούμαι αμύνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο στρατιώτης καλύφθηκε πίσω από το χαράκωμα για να προστατευτεί από τα πυρά.
- Φρόντισε να κρατήσει όλα τα παραστατικά, ώστε να καλύπτεται πλήρως σε περίπτωση ελέγχου.
- Έκανε παγωνιά στο δωμάτιο, γι' αυτό καλύφθηκε με δύο χοντρές κουβέρτες.
- Μετά τη λεπτομερή απάντηση του δικηγόρου, ο κατηγορούμενος ένιωσε ότι καλύπτεται απόλυτα.