αποκρύπτομαι
ρήμα1. Τοποθετούμαι σε μέρος όπου δεν μπορώ να γίνω αντιληπτός ή ορατός από τους άλλους, κρύβομαι σκόπιμα.
2. (Για πληροφορίες, γεγονότα, προθέσεις κ.λπ.) Δεν αποκαλύπτομαι, μένω μυστικός ή κρατιέμαι στην αφάνεια.
Συνώνυμα
κρύβομαι αποκρύβομαι συγκαλύπτομαι αποσιωπώμαι καλύπτομαι καμουφλάρομαι σκεπάζομαι κουκουλώνομαι παρασιωπώμαι καταχωνιάζομαι εξαφανίζομαι λουφάζω προφυλάσσομαι διαφεύγω αποσύρομαι
Αντώνυμα
αποκαλύπτομαι φανερώνομαι εμφανίζομαι ξεσκεπάζομαι δημοσιοποιούμαι προβάλλομαι γνωστοποιούμαι διαφαίνομαι διατυμπανίζομαι ξεμπροστιάζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καταζητούμενος αποκρύπτεται εδώ και μήνες σε απομακρυσμένη ορεινή περιοχή.
- Τίποτα από όσα διαδραματίστηκαν εκείνη τη νύχτα δεν πρόκειται να αποκρυφθεί από τη δικαιοσύνη.
- Η πραγματική αιτία της παραίτησής του επιμελώς αποκρύπτεται από τη διοίκηση.
- Το παλιό εξωκλήσι αποκρυπτόταν πίσω από τις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων.