αποσύρομαι
ρήμα1. Μετακινούμαι προς τα πίσω ή μακριά από ένα σημείο, χώρο ή μέτωπο, συνήθως για λόγους ασφαλείας, στρατηγικής ή προσωπικής επιλογής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
προχωρώ αγωνίζομαι επιχειρώ ορμάω τρέχω κυκλοφορώ αντεπιτίθεμαι δραστηριοποιούμαι εισβάλλω εκτίθεμαι επανακάμπτω επεμβαίνω συμμετέχω παραμένω εμφανίζομαι επανεμφανίζομαι διαλέγομαι διαμορφώνομαι εγκαθίσταμαι ενεργώ εντάσσομαι ενώνομαι επιλαμβάνομαι επιχειρηματολογώ κρατούμαι ξεπροβάλλω παθιάζομαι παρεμβαίνω παρουσιάζομαι προβάλλομαι προσέρχομαι στρέφομαι συνεισφέρω προσπαθώ βγαίνω σκοπεύω κυνηγάω αντιμετωπίζω δρω γυρεύω ασχολούμαι κατευθύνομαι διευθύνω οδηγώ ανταγωνίζομαι απευθύνομαι αφοσιώνομαι καταπιάνομαι μπλέκομαι παρελαύνω ριψοκινδυνεύω σφηνώνομαι επιμένω επιτίθεμαι προελαύνω αναλαμβάνω αδημονώ διακινδυνεύω θριαμβεύω κατακτώ προσβλέπω παίζω μπαίνω συναντώ ανεβαίνω συζητάω συζητώ ηγούμαι ξεμυτίζω παρευρίσκομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Από σήμερα, αποσύρομαι από την ενεργό πολιτική ζωή.
- Αν δεν αλλάξουν τα πράγματα, αποσύρομαι από τον αγώνα.
- Μετά την επίθεση, αποσύρομαι στα οχυρά για να προστατευτώ.
- Σε προσωπικό επίπεδο, όταν νιώθω κουρασμένος, αποσύρομαι στο σπίτι μου και ηρεμώ.
- Λόγω της έντασης, αποσύρομαι από τη δημόσια συζήτηση.