επανεμφανίζομαι
ρήμα1. Γίνομαι ξανά ορατός ή κάνω εκ νέου την παρουσία μου αισθητή μετά από περίοδο απουσίας ή εξαφάνισης.
2. (για ασθένειες ή συμπτώματα) Παρουσιάζομαι, εκδηλώνομαι εκ νέου.
3. Επιστρέφω στη δημόσια ζωή, στην ενεργό δράση ή στα καλλιτεχνικά δρώμενα.
Συνώνυμα
ξαναεμφανίζομαι ξαναπαρουσιάζομαι επανέρχομαι ξαναφαίνομαι αναφαίνομαι υποτροπιάζω επιστρέφω ξαναγυρίζω αναδύομαι ανακύπτω ξεπροβάλλω ξεμυτίζω αναβιώνω αναγεννώμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διάσημος ηθοποιός επανεμφανίστηκε στο θέατρο μετά από δεκαετή απουσία.
- Αν δεν ακολουθήσεις πιστά τη θεραπεία, τα συμπτώματα του ιού θα επανεμφανιστούν.
- Το πρόβλημα με την υδροδότηση επανεμφανίζεται κάθε καλοκαίρι.
- Το χαμένο σκάφος επανεμφανίστηκε ξαφνικά στα ραντάρ των λιμενικών αρχών.